Όρθρος Μ. Δευτέρας, τελείται την Κυριακή των Βαΐων, εσπέρα
Τό Εξαποστειλάριον. Ήχος γ'.
Τον νυμφώνα σου βλέπω, Σωτήρ μου κεκοσμημένον, και ένδυμα ουκ έχω, ίνα εισέλθω εν αυτώ· λάμπρυνόν μου την στολήν της ψυχής, Φωτοδότα, και σώσον με. (εκ γ')
Ας ξαναθυμηθούμε το κείμενο για τον Ευαγγελισμό της Θεοτόκου. Πατήστε το εικονίδιο με το Μάτι (Χρησιμοποιώ) αφού πρώτα πατήστε στον παρακάτω σύνδεσμο: Ευαγγελισμό της Θεοτόκου
Στην νέα καρτέλα που ανοίγει δείτε την άσκησή σας. Διαβάζετε το ευαγγέλιο και μετά αφού πατήσετε πάνω στο πράσινο βελάκι κάτω δεξιά προσπαθήστε να κάνετε την άσκηση. Συμπληρώνετε το κείμενο επιλέγοντας την κατάλληλη φράση.
Προσπαθήστε μέχρι να έχετε 100% επιτυχία στη συμπλήρωση.
Στείλτε μου μήνυμα μόλις το καταφέρετε!
Εξακολουθούμε να μένουμε σπίτι. Να ονειρευόμαστε, να χαιρόμαστε και να παίζουμε με τις λέξεις. Λοιπόν, γράφουμε ιστορίες. Γιατί όταν γράφω, βάζω σε τάξη το χάος που υπάρχει και του δίνω μια εικόνα. Κατανοώ έτσι καλύτερα τον κόσμο γύρω μου αλλά και μέσα μου.
Καλώς φτάσαμε και στο δωδέκατο τεύχος του περιοδικού μας Γραφίς Γαλατινής και Εράτυρας Γραφείς.
Καθώς εξακολουθούμε να είμαστε σπίτι, ας διαλέξουμε χρώματα κι εικόνες για να κάνουμε πολύχρωμη την παραμονή μας. Διαλέγουμε φωτογραφίες και πίνακες ζωγραφικής. Δικές μας ή άλλων. Βάζουμε χρώμα στη ζωή μας. Η Άνοιξη ήρθε κι εμείς ας τη χαρούμε όπως μπορούμε…
Γράφουμε Δημιουργό, Τίτλο έργου και δεν ξεχνούμε να γράψουμε την πηγή μας. Πίνακας: Paul Klee Red Balloon, 1922
Ας διαβάσουμε ξανά το κείμενο στη σελ. 81 του βιβλίου μας "Η θεραπεία του παραλυτικού". «Ύστερα από μερικές μέρες μπήκε πάλι ο Ιησούς στην Καπερναούμ και διαδόθηκε ότι βρίσκεται σε κάποιο σπίτι. Αμέσως συγκεντρώθηκαν πολλοί, ώστε δεν υπήρχε χώρος ούτε κι έξω από την πόρτα· και τους κήρυττε το μήνυμά του. Έρχονται τότε μερικοί προς αυτόν, φέρνοντας έναν παράλυτο, που τον βάσταζαν τέσσερα άτομα. Κι επειδή δεν μπορούσαν να τον φέρουν κοντά στον Ιησού εξαιτίας του πλήθους, έβγαλαν τη στέγη πάνω από ’κει που ήταν ο Ιησούς, έκαναν ένα άνοιγμα και κατέβασαν το κρεβάτι, πάνω στο οποίο ήταν ξαπλωμένος ο παράλυτος. Όταν είδε ο Ιησούς την πίστη τους, είπε στον παράλυτο: "Παιδί μου, σου συγχωρούνται οι αμαρτίες". Κάθονταν όμως εκεί μερικοί γραμματείς και συλλογίζονταν μέσα τους: "Μα πώς μιλάει αυτός έτσι, προσβάλλοντας το Θεό; Ποιος μπορεί να συγχωρεί αμαρτίες; Μόνον ένας, ο Θεός". Αμέσως κατάλαβε ο Ιησούς ότι αυτά σκέφτονται και τους λέει: "Γιατί κάνετε αυτές τις σκέψεις στο μυαλό σας; Τι είναι ευκολότερο να πω στον παράλυτο: "σου συγχωρούνται οι αμαρτίες" ή να του πω, "σήκω, πάρε το κρεβάτι σου και περπάτα"; "Για να μάθετε λοιπόν ότι ο Υιός του Ανθρώπου έχει την εξουσία να συγχωρεί πάνω στη γη αμαρτίες" –λέει στον παράλυτο: "Σ’ εσένα το λέω, σήκω, πάρε το κρεβάτι σου και πήγαινε στο σπίτι σου". Εκείνος σηκώθηκε αμέσως, πήρε το κρεβάτι του και μπροστά σ’ όλους βγήκε έξω, έτσι που όλοι θαύμαζαν και δόξαζαν το Θεό: "Τέτοια πράγματα", έλεγαν, "ποτέ μέχρι τώρα δεν έχουμε δει"». Μκ 2,1-12 1. Προσπαθήστε να παίξετε απαντώντας ερωτήσεις εδώ. Δώστε ένα Όνομα. Σημειώστε στο τετράδιό σας πόσες σωστές απαντήσεις είχατε. 2. Λύστε το σταυρόλεξο. Σημειώστε στο τετράδιό σας πόσες λέξεις βρήκατε. 3. Συμπληρώστε στο τετράδιό σας τη φράση: Η αμαρτία δεν _________________________ αλλά ___________________________. 4. Μπορείτε φυσικά να αφήσετε το σχόλιό σας για την άσκηση. Κωνσταντινίδου Σεβαστή Φωτογραφία
Διαβάστε ξανά το απόσπασμα από τον Ύμνο της Αγάπης (Αποστόλου Παύλου, Προς Κορινθίους Α΄ 13, 1-13) στη σελίδα 66 του βιβλίου μας.
1. Δείτε το video με ολόκληρο τον Ύμνο της Αγάπης
2. Σημειώστε στο τετράδιό σας μια φράση που σας άρεσε πολύ.
3. Αν θέλετε αφήνετε τη φράση σας στα σχόλια.
Είμαστε στην Θεματική Ενότητα 3: "Πώς ζούν οι Χριστιανοί".
1. Διαβάστε στη σελ. 76 το κείμενο "Θυμήσου, Κύριε". Μπορείτε να το βρείτε κι εδώ.
2. Γράψτε στο τετράδιό σας έχοντας υπόψη την κατάσταση που ζούμε ένα δικό σας μικρό κείμενο, ένα μικρό ποίημα ή μια μικρή προσευχή που θα αρχίζει με τη φράση "Θυμήσου, Κύριε"
Φωτογραφία: Χέρια, Χρήστος Μπόκορος, Θρησκευτκά Α΄ Γυμνασίου
Τα καλά νέα τα ξαναδιάβασα χθες. Κάθε φορά που διαβάζεις ένα κείμενο, μένεις σε διαφορετικά σημεία. Είναι εκπληκτικό, προγραμματίζεσαι, θαρρείς, να αντλήσεις αυτό που έχεις ανάγκη εκείνη τη στιγμή. Έτσι δεν έμεινα μόνο στο Χαίρε, δεν έμεινα μόνο στο Πώς, δεν έμεινα μόνο στο Ναι. Έμεινα κυρίως σε κείνη τη μικρή φρασούλα των εφτά λέξεων που αχνοφέγγιζε. Της έβγαλα την τελεία, άφησα στην άκρη τα εισαγωγικά του τέλους, τη σήκωσα με κείνη τη μητρική στοργή που παίρνεις στα χέρια το νεογέννητό σου και την ακούμπησα πάω στο μέρος της καρδιάς. Κι αφού ένοιωσα τη ζέστη της και την παρηγοριά της κατάσαρκα, την πέρασα βραχιολάκι μαρτιάτικο στο χέρι μου να τη βλέπω και να αναθαρρώ. Κι αναθάρρησα γιατί όταν βγήκα στο μπαλκόνι, αποχαιρέτησα όλη εκείνη τη βαρυθυμία που προσπαθούσε κάποιες ύπουλες στιγμές να με πλησιάσει. Τα καλά νέα δεν τα προσπερνάμε. "Για το Θεό τίποτα δεν είναι ακατόρθωτο", Λκ 1,37 στο Λκ 1,26-38 (Ευαγγελισμός)
Βρισκόμαστε στο δέκατο τρίτο τεύχος του περιοδικού μας με τίτλο "Μένω σπίτι και... γράφω σκέψεις"
Γράφουμε λοιπόν για όλα όσα επιθυμούμε. Γράφουμε για αυτά που μας απασχολούν την περίοδο αυτή, για όσα μας προβληματίζουν, για όσα θέλουμε να μιλήσουμε.
Προτείνουμε να γράψουμε κείμενα ημερολογίου με θέμα την απομόνωση αυτή. Να γράψουμε στίχους. Να γράψουμε σκέψεις.
Σας δίνω ένα παράδειγμα στίχων:
Πρέπει σπίτι να μείνω
τις βόλτες μου τώρα αφήνω
το ξέρω πως είναι για το καλό
το δικό μου κι αυτών που αγαπώ
Αγαπητοί μου μαθητές, ακούστε και δείτε το παρακάτω video. Ταξιδέψτε μαζί του. Ύστερα γράψτε στο τετράδιό σας συναισθήματα και σκέψεις.Μπορείτε επίσης να αφήσετε τις σκέψεις και τα συναισθήματά σας και εδώ στα σχόλια.
Προκειμένου να μη χάσουμε επαφή και να κάνουμε μικρές επαναλήψεις με ευχάριστο τρόπο δημιουργήθηκε στο ιστολόγιο αυτό Η Μάθηση από Απόσταση. Το υλικό θα αναρτάται στις ηλεκτρονικές τάξεις των Γυμνασίων Γαλατινής, Αιανής και Γαλατινής. Επειδή όμως υπάρχει κάποιο πρόβλημα με τη σύνδεση λόγω της γενικότερης κατάστασης, θα μπορείτε να το βρίσκετε και εδώ.
Πριν από πάρα πολλά χρόνια ζούσε ένας γέρος τσαγκάρης. Το όνομά του ήταν Πανώφ. Ο μπαρμπα-Πανώφ δεν ήταν πλούσιος. Όλη η περιουσία του ήταν ένα μικρό δωμάτιο που έβλεπε στον δρόμο του χωριού.
Η γυναίκα του είχε πεθάνει πριν από πολλά χρόνια και τα παιδιά του είχαν πια μεγαλώσει και είχαν φύγει από το σπίτι του. Δεν είχε πια κανένα κοντά του.
Είναι βράδυ παραμονής Χριστουγέννων. Ο μοναχικός ηλικιωμένος τσαγκάρης, μπαρμπα-Πανώφ, κατεβάζει από το ψηλό ράφι το παλιό καφέ βιβλίο, κάθεται στην αναπαυτική πολυθρόνα του και αρχίζει να διαβάζει. Διαβάζει από το βιβλίο την ιστορία της γέννησης του Χριστού, την ιστορία δηλαδή των Χριστουγέννων. Καθώς διαβάζει, διάφορες σκέψεις περνούν από το μυαλό του. Πόσο θα ήθελε να πρόσφερε ο ίδιος καταφύγιο στον Ιωσήφ, τη Μαρία και τον νεογέννητο Χριστό!
Διαβάζοντας, όμως, για τους τρεις μάγους και τα πολύτιμα δώρα που έφεραν στον Χριστό, σκέφτεται με λύπη πως, αν ο Χριστός ερχόταν στο σπίτι του, ο ίδιος δεν θα είχε τίποτα να του δώσει.
Ξαφνικά, ένα χαμόγελο ζωγραφίζεται στο πρόσωπό του και τα μάτια του λάμπουν. Σηκώνεται από την πολυθρόνα του, πηγαίνει στο ψηλό ράφι και βρίσκει ένα σκονισμένο κουτί. Το ανοίγει και βγάζει από μέσα
ένα ζευγάρι παιδικά παπούτσια. Ήταν στ’ αλήθεια τα ωραιότερα παπούτσια που είχε ποτέ κάνει! Αυτά θα του έδινε, αν ερχόταν στο σπίτι του!
Με την επιθυμία, λοιπόν, να τον επισκεπτόταν ο Χριστός και να του έδινε το δώρο του, ο μπαρμπα-Πανώφ αποκοιμήθηκε. Ακούει τότε τον Χριστό να του λέει: «Μπαρμπα-Πανώφ, έχεις την επιθυμία να με δεις, να
έλθω στο μαγαζάκι σου και να μου προσφέρεις κάποιο δώρο. Αύριο, λοιπόν, από το πρωί μέχρι το βράδυ να κοιτάζεις έξω στον δρόμο και θα με δεις να έρχομαι. Πρόσεξε να με αναγνωρίσεις!»
Χριστούγεννα! Ο μπαρμπα-Πανώφ ετοιμάζεται γρήγορα και βγαίνει από το σπίτι του να πάει στην εκκλησία για τη Λειτουργία των Χριστουγέννων. Όταν επιστρέφει, κάθεται στην πολυθρόνα του και περιμένει με ανυπομονησία την επίσκεψη του Χριστού. Κοιτάζει συνεχώς από το παράθυρο, στέκει στην πόρτα, ψάχνει με το βλέμμα, μα μόνο χωριανούς του βλέπει, τους οποίους χαιρετά με καλοσύνη.
Καθώς περιμένει με αγωνία να συναντήσει τον Χριστό, προσφέρει φιλοξενία και ζεστασιά σε διάφορους περαστικούς. Πρώτα δέχεται στο σπίτι του τον γέρο οδοκαθαριστή που εργάζεται μέσα στην παγωνιά και
του δίνει να πιει ένα φλιτζάνι καφέ, για να ζεσταθεί. Στη συνέχεια φιλοξενεί μια νέα κουρασμένη γυναίκα με ένα βρέφος στην αγκαλιά. Ο μπαρμπα-Πανώφ τους προσφέρει φαγητό και παίρνει στην αγκαλιά του το μικρό παιδί. Βλέπει τα γυμνά ποδαράκια του μωρού και συγκινείται. Αμέσως, σηκώνεται από την πολυθρόνα του, παίρνει το κουτί από το ράφι, βγάζει τα παπουτσάκια που προόριζε για τον Χριστό και τα χαρίζει στο μικρό παιδί. Η γυναίκα τον ευχαρίστησε πάρα πολύ, πήρε το παιδί στην αγκαλιά της και έφυγε.
Ο μπαρμπα-Πανώφ στάθηκε και πάλι στο παράθυρο και κοιτούσε να δει τον Χριστό. Οι ώρες περνούσαν και οι άνθρωποι πηγαινοέρχονταν στον δρόμο. Όλους τους χαιρετούσε ο μπαρμπα-Πανώφ. Άλλους τους χαμογελούσε και στους ζητιάνους έδινε κάποιο νόμισμα ή ένα κομμάτι ψωμί. Ο Χριστός, όμως, δεν φαινόταν να έρχεται. Ο μπαρμπα-Πανώφ ήταν πολύ λυπημένος. Με βαριά καρδιά κάθισε στην πολυθρόνα του και σκέφτηκε πως όλα τελικά ήταν μόνο ένα όνειρο. Τότε ακούγεται η φωνή του Χριστού, για να του αποκαλύψει: «Εγώ είμαι που πεινούσα και μουέδωσες να φάω. Διψούσα και μου έδωσες να πιω. Κρύωνα και με πήρες μέσα και με ζέστανες… Όλοι αυτοί οι άνθρωποι που βοήθησες σήμερα, ήμουνα Εγώ! Εμένα βοήθησες. Εμένα δέχθηκες σήμερα, μπαρμπα-Πανώφ!»
«Ω, Θεέ μου», σιγομουρμούρισε ο γερο-τσαγκάρης με μάτια που έλαμπαν από χαρά και ευτυχία. «Ήρθε τελικά! Ήταν εδώ, λοιπόν, όλη τη μέρα!»