Τρίτη, 13 Ιουνίου 2017

Τυγχάνω Άνθρωπος



















Μια  φεγγαρολουσμένη Θεό ακούμπησε, την άγγιξε.
Ήρθε  και στάθηκε, προσπέρασε, ανάμεσα μας
Τις αύρες δεν τις  βλέπουμε, μόνο σκιές θωρούμε
Θρόισε. Στάλαξε. Χαρά.
Ποιος να την είδε; τυχερός θα στάθηκε.
Στα σκοτεινά νερά  Στυγός, τα μυστικά, μέσα σε βράχο χρίστηκε
Λούστηκε με νερό πηγής καθάριας, γάργαρης
το χάρισμα  των ποιητών προικίστηκε
Της δόθηκε. Πολύτιμο, ξεχωριστό, βαρύ φορτίο
Πάντως, του κόσμου τούτο – όχι-
Μικρή, ανυποψίαστη, ανίδεη, μα  λένε και γραμματισμένη,
γι’ αλλού ξεκίνησε.
Τους ποιητές αγάπησε, τους Άλλους θέλησε.
Τους ποιητές που στον αιώνα  τούτο -παραφράζοντας-  δεν λησμονήθηκαν
Αχ! τα μεγάλα, τα Αέναα , τα αρραγή, τα άρρητα,  επέλεξε
Με αίμα ακριβά αυτά πληρώνονται.
Ο λόγος και οι λογισμοί. Το  ξέρει άραγε;
Μα ποιος εννόησε;  Αλήθεια. Μόνο τη λήθη, εύκολη καθώς είναι.
Οι ποιητές όταν  τους κουβαλάς  σε κάνουν να πονάς, να νοιώθεις,
να ρημάζεις, να αληθεύεις.
Να γίνεσαι Άνθρωπος. Αγώνα θέλει. Επίπονο.
Σ΄ αυτό τον κόσμο τον Μικρό  κι όχι τον Μέγα,
στον κόσμο ετούτο που φέρει  άδικο
που  με τα  χέρια τ’ άδεια, τα φονικά, σε καρτερεί,
παγίδα να σου στήσει,
αντίδωρο , καντήλι αναμμένο,  μην προσδοκάς.
Την αγκαλιά του Ιούδα, σου ετοίμασε από καιρό δοσμένο το φιλί
 – αρχέτυπο-   κι αυτό . Για σκέψου;  Στον  ίδιο Τον  Θεό εδόθητε.
Πόσο σ’ εμάς;  Για να ρωτάς, δεν είναι.
Κι εμείς, ψηλά θωρούμε.
Ανυπεράσπιστοι μπροστά στο βόλι  πως σταθήκαμε;
Κι όμως, η ομορφιά, η λύπη, ο Σταυρός, οι ποιητές, οι άνθρωποι, δεν χάθηκαν.
Μαζί μ΄ αυτούς τους λίγους, τους πολλούς θα περπατήσουμε αντάμα.
Μ΄ Αυτούς  τους  λίγους, τους πολλούς, τους ξένους, τους σαλούς,
τους Άγιους, τους  ποιητές, το ξαναλέω, θα πορευτούμε.
Με τα μεγάλα, τα αδιάβατα, τα δύσκολα,
τα επιλεγμένα -ελεύθερα- από εμάς, όχι από ανάγκη,
αυτά που μας επέβαλλαν.
Ψεύτες, ανήθικοι, άτιμοι, μικροί  θεοί με χώμα και νερό πλασμένοι.
Οι πουλημένοι αργυραμοιβοί και Φαρισαίοι, οι ά-σχημοι.
Κι ο έρωτας των ποιητών για όλα,  σκληρός, μοναχικός, φωτιά , σφραγίδα με πυρωμένο σίδερο, δροσιά αντάμα, πες μου, πως γίνεται;  Ίσως, από ουσία θεϊκή πλασμένος.
Παυσίλυπος, την κάθαρση να φέρνει.  
Κι  ο θάνατος, αθάνατος  χωρίς Θεό στην βιωτή μας.
Νικιέται με τους  ποιητές, ανθρώπους που ουρανό ψηλά κοιτάνε.
Κι όλα σκορπίζονται  ξανά, θαρρώ,
στ΄ αλώνι το μεγάλο της ζωής μας,
φλούδες, αερικά γίνονται, πεθαίνουν
όταν  με την χαρά, το δίκαιο, τον έρωτα, την πίστη, την αλήθεια αναμετριούνται.
Που ο σπόρος είναι.
Ξαναγεννιέται.
Καθώς το γράφει … ο ποιητής  - και τι δεν κάνατε για με θάψετε όμως ξεχάσατε πως ήμουν σπόρος-μια και με  λόγια ποιητών  μιλάμε.
Έτσι, πιο νέοι, πιο αγνοί , πιο δυνατοί μόνο με αγώνα προχωράμε.
Κι όποιος της ζωής μας θάνατος σκορπίζεται, αναδιπλώνεται, φοβάται. Τυχεροί πως είμαστε – τολμώ να πω-  απ΄ την αγάπη  το δόσιμο  στους άλλους είδαμε,
πρόσωπα.
Από εκείνους τα δώρα τα πολύτιμα που πρόσφερες  σου επιστρέφονται.



Αλεξάνδρα Ζάγκα
φωτογραφία LoggaWiggler/pixabay

Πηγή Παυσίλυπον

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου