Τρίτη 11 Απριλίου 2017

Κασσιανή




Λοιπόν, μια φορά κι έναν καιρό, χρόνια πίσω πολλά πολλά, ήταν ένας αυτοκράτορας που έφτασε σε ηλικία γάμου. Κάλεσε, λοιπόν, όλες τις αρχοντοπούλες του τόπου να παρουσιαστούν μπροστά του ντυμένες, στολισμένες για να διαλέξει αυτήν που θα γινόταν γυναίκα του. Κι έφτασαν όλες μέσα στα χρυσάφια και στα ασήμια, στα μεταξωτά και τις δαντέλες και γέμισε η αίθουσα του παλατιού χρώματα κι αρώματα. Πολύ γρήγορα ο Θεόφιλος -τί ποιος είναι αυτός; ο αυτοκράτορας λέμε-  ξεχώρισε την εκλεκτή του, προχώρησε μπροστά της αλλά σαν αυτοκράτορας που ήταν, ήθελε να κάνει και λίγο πνεύμα. Έτσι της άπλωσε το μήλο -α,ναι, ξέχασα να σας πω έχουμε κι ένα μήλο που θα το δώσουμε στην καλή μας- και της είπε όλο αυτοπεποίθηση και θάρρος: "ξέρεις, από τη γυναίκα προήλθαν όλα τα κακά" εννοώντας μπλα, μπλα, μπλα την Εύα και κείνη την παλιά ιστορία της με τον Αδάμ - λες κι αυτός ο καημένος ήταν κανένα μωράκι (αλλά αυτή είναι άλλη ιστορία και δεν πρέπει να πεταγόμαστε από το ένα θέμα στο άλλο ούτε να προϊδεάζουμε τον αναγνώστη, αυτόν προπαντός). Λοιπόν, ακόμα το χαμόγελο ήταν απλωμένο στο πρόσωπο του καλού μας αυτοκράτορα όταν σαν μες στο όνειρο και στη θαμπάδα, άκουσε μια φωνή να του λέει "και από τη γυναίκα προήλθαν τα καλύτερα" εννοώντας την Παναγία γιατί η Κασσιανή -ναι, γι αυτήν μιλάμε τόσην ώρα, δεν το είπα;-  έπαιζε, χωρίς να το ξέρει, πολύ καλό πινγκ-πονγκ. Αυτό ήταν. Ο αυτοκράτορας άνοιξε τα μάτια, άνοιξε το στόμα κι άπλωσε το χέρι με το μήλο στη διπλανή της, ούτε που είδε ποια ήταν - τί που το ξέρω, άκουγε τώρα και μίλα μετά. Ποια ήταν; η Θεοδώρα, ντε. Βέβαια κι αυτή δεν ευτύχησε αλλά τι τα γυρεύεις τώρα αυτά. Λοιπόν, επανέρχομαι, δεν ξέρω τι έγινε στο σπίτι της Κασσιανής, τι της είπε η μαμά της, τι δεν της είπε. Ε, δεν τα ξέρω κι όλα. Πάντως η δική μου η γιαγιά, που πολύ συχνά πια έρχεται όχι μόνο στον ύπνο μου αλλά και στον ξύπνιο μου, πάντα μου λέει να κρατάω το στόμα μου κλειστό και να μη μιλάω πολύ, να μη θέλω να έχω την τελευταία κουβέντα εγώ. (Ξέρουν αυτές οι παλιές, όλα τα ξέρουν - το πιο τρομερό είναι ότι όσο περνάει ο καιρός, θαυμάζεις τη σοφία τους!) Επανέρχομαι. Να κρατάω το στόμα μου κλειστό -λέει, είπαμε, η γιαγιά μου- γιατί η ζωή είναι δύσκολη και καλό είναι να μην είσαι μόνος, το λέει και η Παλαιά, η Διαθήκη ντε - πάλι σε κείνη την ιστορία με την Εύα και τον Αδάμ. Τώρα μπορείς να μου πεις, ότι μπορείς να είσαι μόνος κι όταν δεν είσαι μόνος και μπλα, μπλα, μπλα... Κοίτα, μια ιστοριούλα ήθελα να σου πω για να μάθεις ποια ήταν αυτή η Κασσιανή και να πάρεις ό,τι θες από αυτήν. Μην τη σκαλίζεις και πολύ. Τι; αν μετάνιωσε ο Θεόφιλος; Τί να σου πω... Ο Θεός κι η ψυχή του... Αυτά.






Α, η Κασσιανή έγινε μοναχή

Α, η Κασσιανή έγραψε πολλούς ύμνους και τροπάρια - και το σημερινό, να πας στην Εκκλησία να το ακούσεις, μην μου βλέπεις μόνο survivor

Α, ποιο τροπάριο; Ψάξε και λίγο, Η εν πολλαίς αμαρτίαις περιπεσούσα γυνή

A, A, A, ξέχασα το πιο σημαντικό, καμία σχέση η Κασσιανή με γυναίκες ελαφρών ηθών και τέτοια. Αν ακούσετε τίποτα κακοήθειες, ε,  κάποιοι άνδρες, ως συνήθως, προσπαθούν να την αποδομήσουν.




Τέλος και τω Θεώ δόξα!


Σέβη Κωνσταντινίδου

φωτογραφία εδώ

Τρίτη 14 Φεβρουαρίου 2017

Της επιστροφής






Μόλις έπεσε ο ήλιος, έπεσα και γω. Στο χώμα. Ολημερίς δεν είχα αγγίξει μπουκιά κι ήταν η δεύτερη, η τρίτη μέρα; ούτε που θυμάμαι. Σκάλιζα τις πέτρες μπας και βρω καμιά ρίζα παραπάνω, λίγο νωρίτερα από αυτά που πια με ακολουθούσαν και δεν μ άφηναν να αγγίξω ούτε τα χαρούπια τους. Πεσμένος έτσι κάτω, εξαθλιωμένος και μόνος, έμεινα κι εγώ δεν ξέρω πόσην ώρα. Να βολοδέρνω με σκέψεις και ερωτήματα. Κι αν ...εκείνο, κι  αν... αυτό, κι αν, κι αν, ώσπου απόκαμα τελείως. Και τότε, λίγο πριν κλείσουν τα βλέφαρα- ή μήπως είχαν κλείσει;- άρχισα να συλλογιέμαι. Κι αν γύριζα πίσω; κι αν πρόστρεχα στον πατέρα μου; Με κοίταξα. Πού είναι τα ωραία μου ρούχα, τα δαχτυλίδια μου, τα στολίδια μου...  κακομοίρης... Κι εδώ όμως έχω πιάσει πάτο... Ναί, πάτο πως αλλιώς να το πω, να βόσκω γουρούνια, γουρούνια! Μια ιδέα άρχισε να λάμπει στο σκοτεινό μυαλό μου. Ας πάω πίσω και ας κάνω εκεί τον εργάτη. Ένα κομμάτι ψωμί θα το έχω... Τόσους και τόσους εργάτες τρέφει ο πατέρας μου. Ναι, αυτό θα του πω. Κι η σκέψη αυτή με βοήθησε να κοιμηθώ. Αύριο, είπα, πρωί-πρωί. Και κίνησα, λίγο πριν φανεί η πρώτη ηλιαχτίδα. Στον δρόμο, σαν φράση παρηγορητική, έλεγα και ξανάλεγα, θα του πω, πατέρα δεν είμαι άξιος να λέγομαι γιος σου- κάνε με έναν από τους εργάτες σου. Και ξανά, και ξανά και ξανά. Μέχρις που έφτασα στη στροφή του δρόμου, μέχρις που κοίταξα το σπίτι. Πότε βρέθηκα να κλαίω στον ώμο του, πότε να περπατάω πλάι του μήτε που το κατάλαβα. Άρχισα να ψελλίζω τα λόγια μου, πατέρα δεν είμαι άξιος να λέγομαι γιος σου μα μήτε κι αυτά τα τέλειωσα. Μ΄ έντυσε, με στόλισε και μου 'βαλε δαχτυλίδι στο χέρι. Και τώρα κάθομαι φρεσκολουσμένος εδώ δίπλα του και τον κοιτώ. Κι αυτό με πειράζει, ναι, και με ενοχλεί. Μα να μην καταλάβω τόσο καιρό τί Πατέρα είχα!


Του Σπλαχνικού Πατέρα ή του Ασώτου



Πρώτη δημοσίευση

Σεβαστή Κωνσταντινίδου



Φωτογραφία :  https://www.neotitafokid.gr/2020/02/blog-post_27.html